27 Οκτωβρίου 2010

28η Οκτωβρίου 1940 - "ΟΧΙ"


Τιμή στους αγωνιστές του ΟΧΙ, σε αυτούς που δεν ένιωθαν κατά βάθος "σκλάβοι" και πολέμησαν για το δικαίωμα να αποφασίζουν για τον τόπο τους...

Εδώ τo χρονικό του αγώνα ...


28 Οκτωβρίου 1940 - Χρονικό

Όταν στις 3 το πρωί της 28ης Οκτώβρη 1940 ο Ιταλός πρέσβης φτάνει έξω από το σπίτι του Μεταξά, ο οποίος από τις 4 Αυγούστου του 1936 έχει καταλύσει το κοινοβουλευτικό πολίτευμα της χώρας και κυβερνά δικτατορικά, μόνο η Αγγλία πολεμά με τη Γερμανία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση είναι ακόμα εκτός του πολέμου.

Το ιταλικό τελεσίγραφο είναι γραμμένο στα γαλλικά. «(...) Η Ιταλική κυβέρνηση κατέληξε στην απόφαση να ζητήσει από την Ελληνική Κυβέρνηση (...) την άδεια να καταλάβει δια των Ενόπλων Δυνάμεων της ορισμένα στρατηγικής σημασίας σημεία του ελληνικού εδάφους. Η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί από την Ελληνική Κυβέρνηση να μην αντιταχθεί στην κατάληψη αυτή και να μην παρεμποδίσει την ελεύθερη διέλευση των (ιταλικών) στρατευμάτων. Η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί από την Ελληνική Κυβέρνηση να δώσει αμέσως στις στρατιωτικές αρχές τις απαραίτητες διαταγές, ώστε η κατάληψη αυτή να πραγματοποιηθεί κατά τρόπο ειρηνικό. Εάν τα ιταλικά στρατεύματα συναντήσουν αντίσταση (...)». Ο Μεταξάς τελειώνει την ανάγνωση του εγγράφου. Donc, Monsieur c` est la guerre απαντά. Ο Γκράτσι αποχωρεί. Στις 5 το πρωί συνέρχεται το Υπουργικό Συμβούλιο.


Ο Μεταξάς καταλαβαίνει ότι ο πόλεμος που εμπλέκεται η Ελλάδα είναι διαφορετικός από τον πόλεμο του 1912. «Τα συμφέροντα του Άξονα είναι αναπόσπαστα και αργά η γρήγορα θα πολεμήσουμε τους Γερμανούς», σημειώνει και δεν αποκλείει ότι μπορεί να χαθεί η Μακεδονία και η Ήπειρος, ακόμα και η Αθήνα και ότι θα έπρεπε να προετοιμαστούν να πολεμήσουν στην Πελοπόννησο ή στην Κρήτη σ` ένα «πόλεμο τιμής». Εξέφρασε την πεποίθησή του ότι η νίκη τελικώς θα είναι των Συμμάχων, προσθέτοντας ότι αυτή δεν θα κριθεί στη Βαλκανική. Δήλωσε πως θα πατάξει αμείλικτα κάθε κριτική που θα έκρινε ότι είναι ηττοπαθής στην ώρα του αγώνα και υπέγραψε το διάταγμα Γενικής Επιστράτευσης που ήταν ήδη έτοιμο από τις 15 Αυγούστου, μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης». Μετά ζήτησε από το Υπουργικό Συμβούλιο την προ έγκριση νόμου που θα πρόβλεπε πως «ουδείς Έλλην καθίσταται πλουσιότερος εκ του πολέμου». Η πρόταση αυτή δεν θα υλοποιηθεί ποτέ.


Μόλις έγινε γνωστή η κήρυξη του πολέμου εξόριστοι πολιτικοί επιστρέφουν με την άδεια της κυβέρνησης στην Αθήνα. Μόνο τους κομμουνιστές κρατά το καθεστώς έγκλειστους, παρά την εκφρασμένη επιθυμία τους να πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή. Όσοι από αυτούς δεν κατάφεραν να δραπετεύσουν από τα ξερονήσια και τις φυλακές με την κατάρρευση του Μετώπου θα παραδοθούν στους κατακτητές και οι περισσότεροι θα εκτελεστούν σε αντίποινα για την αντιστασιακή δράση κατά των στρατευμάτων κατοχής.



Στις απογευματινές ώρες της 28 Οκτώβρη 1940 εξεδόθη το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου. «Αι Ιταλικά στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από τας 5.30 σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».

Ο Πρόεδρος Ρούζβελτ το βράδυ της 28ης Οκτώβρη σε ομιλία του στη Νέα Υόρκη εκφράζει τη θλίψη του για την Ιταλική επίθεση στην Ελλάδα. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ σε τηλεγράφημά του στον Μεταξά δηλώνει: «Θα σας παράσχωμεν όλην την δυνατήν βοήθειαν μαχόμενοι εναντίον κοινού εχθρού και θα μοιρασθώμεν την κοινήν νίκην».

Η Ελλάδα υστερούσε έναντι του αντιπάλου της τόσο αριθμητικώς, όσο και σε στρατιωτικά μέσα. Ήταν σχεδόν ανοχύρωτη προς την πλευρά της Αλβανίας και ασθενής ως προς τις στρατιωτικές δυνάμεις που θα μπορούσε να διαθέσει για καλύτερη άμυνα. Ο Μεταξάς είχε περιοριστεί στη λήψη στοιχειωδών μέτρων άμυνας στα ελληνοαλβανικά σύνορα, θέλοντας να αποφύγει κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να γίνει η αφορμή ιταλικής επέμβασης. Εκτιμούσε δε ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μακρόχρονη κινητοποίηση με επιστράτευση δέκα ηλικιών που ήθελε ο Παπάγος. Μη περιμένοντας εξάλλου απειλή από την πλευρά των ελληνοτουρκικών και των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων, περιόρισε τις προσπάθειές του στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα όπου κατασκεύασε την περίφημη Γραμμή Μεταξά για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης ελληνοβουλγαρικής σύρραξης, μόνη της ή σε συνδυασμό με ελληνοϊταλική μέσω Αλβανίας.

Την παραμονή της 28 Οκτώβρη ο ελληνικός στρατός υπό την αρχιστρατηγία του Αλέξανδρου Παπάγου ήταν δύο Μεραρχίες και μερικά τάγματα συνολικής δύναμης 35.000 ανδρών. Οι ιταλικές δυνάμεις κατά την έναρξη του πολέμου υπό τις διαταγές του στρατηγού Βισκόντι Πράσκα ανήρχοντο στους 135.000 άνδρες. Έτσι στη πρώτη φάση του ελληνοϊταλικού πολέμου οι ελληνικές δυνάμεις υποχωρούν συμπτυσσόμενες, μέχρι να ολοκληρωθεί η σε εξέλιξη επιστράτευση που χρειαζόταν τουλάχιστον 15 μέρες. Η γενική αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων σε όλο το Αλβανικό Μέτωπο άρχισε στις 14 Νοέμβρη.


Στις 22 Νοέμβρη τμήματα του Γ` Σώματος Στρατού μπαίνουν στη Κορυτσά την οποία είχαν εκκενώσει οι Ιταλοί. Είναι η πρώτη μεγάλη ελληνική νίκη. Η πόλη θα μείνει υπό ελληνική διοίκηση ως τις 12 Απρίλη 1941. Κατά την διάρκεια της μάχης για την κατάληψή της χρειάστηκε όμως να αντικατασταθούν διοικήσεις μονάδων για ανεπάρκεια, ενώ τουφεκίστηκαν δέκα στρατιώτες. Χαρακτηριστικό πάντως του κλίματος που υπήρχε στα ανώτατα κλιμάκια που είχαν την ευθύνη του πολέμου είναι το εξής περιστατικό. Λίγες μέρες μετά την κατάληψη της Κορυτσάς στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» όπου είναι εγκατεστημένο το Γενικό Στρατηγείο, συντρώγουν ο Μεταξάς με τον βασιλιά Γεώργιο Β`.

Σε διπλανό τραπέζι είναι ο Παπάγος. «Αλέκου αρχιστρατηγούντος έπεσε η Κορυτσά, λέει κάποια στιγμή ο δικτάτορας στον βασιλιά. Ο Γεώργιος χαμογέλασε συγκαταβατικά. Το ειρωνικό αυτό σχόλιο απηχούσε ευρύτερη κριτική σε βάρος του Παπάγου, επειδή την ώρα του Αγώνα παρέμενε στην Αθήνα, αρκούμενος σε σποραδικές επισκέψεις στο Μέτωπο. Επίσης απηχούσε τόσο τα αισθήματα του Μεταξά ο οποίος διόλου δεν συμπαθούσε τον αρχιστράτηγο, όσο και τα ανάλογα προς αυτόν αισθήματα του βασιλιά, αν και ο Παπάγος είχε πρωταγωνιστήσει στο πραξικόπημα για την επάνοδο στο θρόνοι της Δυναστείας των Γλίξμπουργκ. Παρόλα αυτά ο Παπάγος παρέμεινε βασιλόφρων μέχρι τον θάνατό του, ακόμα και όταν ήλθε σε ρήξη με τον Παύλο, λόγω της Φρειδερίκης.

Στις 30 Νοέμβρη καταλαμβάνεται το Πόγραδετς. Στις 5 Δεκέμβρη η Πρεμετή. Την επομένη οι Άγιοι Σαράντα. Οι Ιταλοί υποχωρούν βαλλόμενοι από ελληνικά τμήματα προς την Χειμάρα. Εγκαταλείπουν τα περί το Αργυρόκαστρο οχυρά. Στις 7 Δεκέμβρη καταλαμβάνεται το Δέλβινο. Στις 8 Δεκέμβρη ελληνικός στρατός μπαίνει στο Αργυρόκαστρο. Στις 22 Δεκέμβρη χωρίς αντίσταση καταλαμβάνεται η Χειμάρα. Την προηγούμενη τμήμα Χωροφυλακής είχε καταλάβει τη Σπηλιά, το επίνειο της πόλης. Στις 10 Γενάρη, μετά από διήμερες σκληρές μάχες καταλαμβάνεται ο κόμβος της Κλεισούρας. Στις 22 Γενάρη ελληνικές δυνάμεις διαβαίνουν το ποταμό Αψο και καταλαμβάνουν ολοκληρωτικά την κορυφογραμμή Γαρονίν - Σπαντάριτ. Στο τέλος του Γενάρη του 1941 οι Έλληνες κατείχαν την γραμμή από Χειμάρα μέχρι Κλεισούρα και ανατολικά της Τρεμπεσίνας.

Τον αρχιστράτηγο των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία Βισκόντι Πράσκα είχε ήδη μετά τις πρώτες ιταλικές αποτυχίες αντικαταστήσει ο Ουμπάλντο Σοντού. Ο νέος αρχιστράτηγος είχε δηλώσει ότι προετοιμάζει «με ήρεμη αποφασιστικότητα την κατάληψη της Ελλάδος». Λίγο αργότερα θα παραχωρήσει τη θέση του στον αρχηγό του Ιταλικού γενικού Επιτελείου Ούγκο Καβαλλέρο. Τρεις αρχιστράτηγοι σε δύο μήνες πολέμου. ΟΙ Γερμανοί αρχίζουν να ανησυχούν.
Στις 3 Γενάρη ο στρατηγός Γκουτζόνι, βοηθός του αρχηγού του Ιταλικού Γενικού Επιτελείου, ζητά από τον στρατιωτικό ακόλουθο στη Ρώμη, στρατηγό Εννο φον Ρίντελεν, ορισμένες γερμανικές μονάδες για λόγους ασφαλείας. Στις 11 Γενάρη ο φον Ρίντελεν επιθεωρεί το Μέτωπο και κινδυνεύει να συλληφθεί αιχμάλωτος από τους Έλληνες που καταλαμβάνουν τη Κλεισούρα. Οι διαπιστώσεις του είναι δραματικές για τις ιταλικές δυνάμεις όπου βλέπει άνδρες εξαντλημένους με χαμηλό ηθικό, έλλειψη τροφίμων και πυρομαχικών, κατάρρευση των υπηρεσιών. Οι Γερμανοί αποφασίζουν να επέμβουν. Ο Χίτλερ διατάσσει την προετοιμασία επίθεσης εναντίον της Ελλάδας. Η «Επιχείρηση Μαρίτα», προβλέπει δυόμισι μεραρχίες για την περίσταση έκτακτης ανάγκης. Ακολουθεί νέα επιχείρηση. Η «Επιχείρηση Μενεξές».

Στις 14 Γενάρη 1941 Γερμανοί αξιωματικοί υπό τον συνταγματάρχη Γιόντλ, αδελφό του Αρχηγού του ιδιαίτερου επιτελείου του Χίτλερ φτάνουν στη Αλβανία και μελετούν επιτόπου την κατάσταση. Ο φον Ρίντελεν εμφανίζεται στο στρατηγείο του Χίτλερ απογοητευμένος από όσα διαπίστωσε. Ο στρατηγός φον Πάουλους ενδιαφέρεται προσωπικά.


Το ενδεχόμενο γερμανικής επέμβασης η ελληνική πλευρά το αντιμετώπιζε από τότε που η άμυνα στην ιταλική εισβολή είχε μετατραπεί σε ελληνική επίθεση. Η εκτίμηση της ελληνικής ηγεσίας ήταν πως η δυσμενής για τους Ιταλούς έκβαση της υπόθεσης δεν θα άφηνε μέχρι το τέλος αδιάφορους τους συμμάχους τους. Άλλωστε, όσο και αν τυπικά η βρετανική βοήθεια θα μπορούσε να δικαιολογηθεί στην αντιμετώπιση της ιταλικής επίθεσης, δεν έπαυε στην ουσία κάθε ανάμιξη των βρετανών να θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των γερμανών στην περιοχή. Στους πρώτους
μήνες η βρετανική βοήθεια είχε περιοριστεί στην αεροπορική συνδρομή, τα μεταφορικά μέσα, τη ναυτική συμπαράσταση και τις οικονομικές πιστώσεις. Από την αρχή όμως του 1941 μπήκε το ζήτημα της ενεργότερης βρετανικής συμμετοχής στον πόλεμο.

Η Βρετανία μπορούσε να διαθέσει δύο ή τρεις μεραρχίες και μικρή αεροπορική προστασία εντός διμήνου, χρόνου αναγκαίου για την προπαρασκευή της απόβασης στην Ελλάδα. Ο Μεταξάς έκρινε ότι η ενίσχυση αυτή ήταν ανεπαρκής και ότι οι δυνάμεις αυτές αν και δεν θα βοηθούσαν ουσιαστικά τους έλληνες, θα έδιναν όμως το πρόσχημα στους γερμανούς να επέμβουν. Έτσι απέρριψε την πρόταση άμεσης μεταφοράς βρετανικών δυνάμεων. Για την απόφασή του αυτή ενημερώθηκε η Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση η οποία με τη σειρά της ενημέρωσε τους Γερμανούς. Γεγονός που καταρρίπτει το γερμανικό επιχείρημα πως επετέθησαν εναντίον της Ελλάδας για να εκδιώξουν τους βρετανούς, αφού γνώριζαν πως βρετανική απόβαση αποκλειόταν, εκτός εάν γερμανικά στρατεύματα έμπαιναν στη Βουλγαρία. Όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα η βρετανική βοήθεια είχε μόνο πολιτική σημασία. Η Βρετανία ήθελε να φανεί συνεπής στις προς την Ελλάδα υποχρεώσεις της και στις εγγυήσεις που είχε δώσει, αποβλέποντας όμως τελικά στη Μάχη της Κρήτης, ο δε Μεταξάς δεχόταν παρουσία βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα μόνο όταν γερμανικά στρατεύματα έμπαιναν στη Βουλγαρία.

Ο Μεταξάς πέθανε στις 29 Γενάρη 1941. Μέχρι το τέλος της ζωής του έμεινε πιστός στην άποψη που είχε εκφράσει στον ναύαρχο Σακελαρίου: «Η θέση μας είναι να μείνωμεν σταθερώς παρά το πλευρόν της Αγγλίας. Παρά τα γνωστά ελαττώματά των οι Άγγλοι, παρά τις οχλήσεις που μας κάνουν δια τας χρηματικάς μαζί των διαφοράς, μόνον με την Αγγλίαν, εμείς, τα μικρά κράτη, μπορούμε να ευημερήσωμεν, έστω κι αν καμία φορά μας πετούν στον δρόμον. Με τους Γερμανούς κανένας λαός δεν μπορεί να ζήσει. Είτε ως σύμμαχοι, είτε ως εχθροί, αν πέσωμεν στα χέρια τους θα μας γδάρουν, θα μας κλωτσήσουν και ούτε αναπνοήν δεν θα μας αφήσουν να πάρωμεν! Συνεπώς όχι μόνον θα μείνωμεν σταθερώς με τους Άγγλους, αλλά πρέπει να κάμωμεν κάθε δυνατή προσπάθεια δια να χωνέψουν και αυτοί καλά ότι ημείς θα σταθούμε μέχρι τέλους εις το πλευρόν των, οποιαδήποτε και αν είναι η έκβασις του πολέμου».

Μετά τον θάνατο του μεταξά ο βασιλιάς επέλεξε για πρωθυπουργό τον διοικητή της Εθνικής Τράπεζας Αλέξανδρο Κοριζή. Η επιλογή αυτή αποδίδεται από πολλούς σε εισήγηση των Ι. Διάκου και Κ. Μανιαδάκη, στενών συνεργατών του αποβιώσαντα δικτάτορα, που επηρέαζαν πιο πολύ από κάθε άλλο συνεργάτη του. Με τον θάνατο του Μεταξά θα είναι ουσιαστικά τα μόνα στηρίγματα του Γεωργίου Β` ο οποίος συχνά κατέφευγε σε αυτούς για συμβουλές και πολιτικές εκτιμήσεις.

Στις 17 Φλεβάρη και ενώ ήδη οι ελληνικές δυνάμεις από το τέλος Γενάρη είχαν απωθήσει τους Ιταλούς σε βάθος 30 έως 50 χιλιομέτρων στο αλβανικό έδαφος, υπογράφτηκε το Βουλγαροτουρκικό σύμφωνο, με το οποίο οι δύο χώρες αναλάμβαναν την υποχρέωση να απόσχουν από κάθε μεταξύ τους επίθεση και να έχουν φιλικές και εμπορικές σχέσεις. Ήταν πιά φανερό πως η Τουρκία παρέκαμπτε το Ελληνοτουρκικό σύμφωνο, την ώρα μάλιστα που οι ελληνικές δυνάμεις στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη ήταν ήδη εξασθενημένες λόγω των μετακινήσεων μονάδων προς το Αλβανικό Μέτωπο. Παρ` όλα αυτά οι βρετανοί ελπίζουν πως μπορούν να προσεταιριστούν στην συμμαχία τους, τους Τούρκους. Ταυτόχρονα διαβεβαίωναν τους Γιουγκοσλάβους ότι θα τους βοηθούσαν με όσες δυνάμεις διέθεταν.

Στις 11 Φλεβάρη ο Τσώρτσιλ τηλεγραφεί στον στρατηγό Ουέιβελ: «Οι πρώτες μας σκέψεις πρέπει να είναι για τη σύμμαχό μας την Ελλάδα, η οποία πολεμά τόσο καλά. Εάν η Ελλάς υποταγεί ή αναγκαστεί να συνάψει χωριστή ειρήνη με την Ιταλία, παρέχουσα στους Γερμανούς αεροπορικές και ναυτικές βάσεις εναντίον μας, ο αντίκτυπος στην Τουρκία θα είναι πολύ δυσμενής. Αντιθέτως, εάν η Ελλάς, με βρετανική βοήθεια μπορέσει να συγκρατήσει για μερικούς μήνες την γερμανική προέλαση, οι πιθανότητες να επέμβει η Τουρκία αυξάνονται. Συνεπώς πρέπει να είμαστε σε θέση να διαθέσουμε στην Ελλάδα ένα τμήμα του στρατού μας που τώρα προστατεύει την Αίγυπτο και να προγραμματίσουμε την ενίσχυσή του με άνδρες και εφόδια στο ανώτατο δυνατό όριο».

Μέχρι το τέλος Φλεβάρη είχαν μεταφερθεί στην Αλβανία 10 νέες ιταλικές μεραρχίες. Ο Μουσολίνι παρακολουθούσε προσωπικά την προετοιμασία των ιταλικών δυνάμεων. Διέταξε την πλαισίωση του ιταλικού στρατού με τα μαχητικότερα φασιστικά στελέχη και τόνισε πως και υπουργοί ακόμα πρέπει να επανέλθουν στον στρατό και να πολεμήσουν στο Αλβανικό Μέτωπο. Έτσι πήγαν στην Αλβανία σαν αξιωματικοί οι υπουργοί Μπατάι, Παβολίνι, Ρικάρντι, Ρίτσι, Γκόρλα, Φαρινάτσι, Τζιανέττι, ακόμα και ο Τσιάνο. Ο ίδιος ο Μουσολίνι θα διευθύνει την επίθεση της Primavera. Στις 2 Μάρτη 1941 πιλοτάρει προσωπικά το αεροπλάνο από το Μπάρι προς το Τίρανα, όπου τον υποδέχονται ο αρχιστράτηγος Ούγκο Καβαλλέρο και οι άλλοι Ιταλοί στρατηγοί.

Η εαρινή επίθεση εκδηλώνεται στις 9 Μάρτη. Άρχισε με σφοδρή προπαρασκευή πυροβολικού και ισχυρότατη δράση της αεροπορίας. Την επόμενη μέρα οι επιθέσεις επανελήφθησαν κυρίως προς το τμήμα της Τρεμπεσίνας. Στα άλλα τμήματα του Μετώπου εκδηλώθηκαν τοπικές επιθέσεις. Παντού οι ελληνικές δυνάμεις απέκρουσαν τις ιταλικές επιθέσεις.


Στις 11 Μάρτη οι Ιταλοί επεχείρησαν ισχυρή επίθεση μεταξύ των ποταμών Αώου και Αψού. Νέες μεραρχίες πήραν μέρος και η προπαρασκευή πυροβολικού ήταν σφοδρή. Τη νύχτα της 11ης προς 12 Μάρτη η επίθεση εκδηλώθηκε στην περιοχή της Τρεμπεσίνας. Οι μεγάλες απώλειες που υπέστησαν οι ιταλοί ανέκοψαν την προσπάθειά τους. Επιτέθηκαν πάλι ενισχυμένοι με νέες δυνάμεις στις 13 Μάρτη. Και αυτή η επίθεση αποκρούστηκε με μεγάλες απώλειες από την μεριά των ιταλών. Τη νύχτα όμως της 13 προς 14 Μάρτη άρχισε νέα σφοδρή επίθεση σε όλο το Μέτωπο, χωρίς όμως επιτυχία. Το πρωί της 14ης Μάρτη οι ιταλοί συνεχίζουν να επιτίθενται χωρίς αποτέλεσμα. Στις 15 Μάρτη περιορίζουν τις επιθετικές τους ενέργειες και στις 16 και 17 αρκούνται στη δράση πυροβολικού. Στις 18 Μάρτη εξαπολύουν επτά συνεχόμενες επιθέσεις που αποκρούονται παντού με σημαντικές απώλειες των ιταλικών δυνάμεων. Τα ίδια επαναλαμβάνονται στις 19 Μάρτη στη ζώνη Τρεμπεσίνας. Στις δύο επόμενες μέρες περιορίζονται σε δράση πυροβολικού και αεροπορίας. Νέα ανεπιτυχή επίθεση τη νύχτα της 21ης προς 22 Μάρτη. Μεσολαβεί περίοδος δράσης μόνο του πυροβολικού και τοπικών επιθέσεων που αποκρούονται από τους έλληνες και τη νύχτα της 23 προς 24 Μάρτη γίνονται δύο ισχυρές επιθέσεις που αντιμετωπίζονται με μάχη σώμα προς σώμα, με τη ξιφολόγχη και με χειροβομβίδες. Στις 25 Μάρτη, μέρα της ελληνικής εθνικής εορτής, μετά από σφοδρή δράση του πυροβολικού και της αεροπορίας εξαπολύεται η τελευταία ιταλική επίθεση σε όλο το Μέτωπο, η οποία αποκρούεται παντού με μεγάλες εκ μέρους των ιταλών απώλειες.

Αυτό ήταν το τέλος της μεγάλης εαρινής ιταλικής επίθεσης που σήμανε ουσιαστικά το τέλος του Ελληνοϊταλικού πολέμου και υπήρξε προσωπική ήττα του Μουσολίνι. Τετρακόσια αεροπλάνα και ισάριθμα πυροβόλα υποστήριξαν την από τον Μουσολίνι προσωπικά επιβλεπόμενη επίθεση. Οι πρώτες έξη μέρες υπήρξαν κόλαση πυρός. Ο ιταλός δικτάτορας που είχε στηρίξει πολλές ελπίδες στην επίθεση της Primavera εγκατέλειψε απογοητευμένος τα Τίρανα στις 20 Μάρτη. Χίλιοι διακόσιοι νεκροί αξιωματικοί και οπλίτες και 4.000 ήταν οι ελληνικές απώλειες στις 15 μέρες της εαρινής επίθεσης στις οποίες οι ιταλοί είχαν 12.000 νεκρούς και τραυματίες.


Στις 25 Μάρτη, μέρα που έληγε η εναντίον της Ελλάδας εαρινή ιταλική επίθεση, η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση υπέγραφε την προσχώρηση της χώρας στο Τριμερές Σύμφωνο του Άξονα. Το αντάλλαγμα ήταν η προσάρτηση της Θεσσαλονίκης στην Γιουγκοσλαβία. Στις 27 Μάρτη ξεσπά κίνημα που ανατρέπει τον αντιβασιλιά και η χώρα περνά στο πλευρό των Συμμάχων. Ακολουθεί σφοδρή γερμανική επίθεση που δεν μπορούν να αναχαιτίσουν οι Γιουγκοσλάβοι.


28 Οκτωβρίου 1940 - Χρονικό: Η Γερμανική Επίθεση

Το πρωί της 6ης Απρίλη ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα πληροφορεί τον πρωθυπουργό ότι την ώρα αυτή επιδίδεται νότα στον Έλληνα πρέσβη στο Βερολίνο. Ο Γερμανικός στρατός ζητά να μπει στην Ελλάδα για να διώξει τους Βρετανούς. Ο Κοριζής απαντά πως η Ελλάδα δίνει και στη Γερμανία την απάντηση που είχε δώσει στους Ιταλούς: Θα αντισταθεί.

Στις 5.15 τα γερμανικά στρατεύματα που επιτίθενται από την Κομοτηνή ως το Τριεθνές, θα αντιμετωπιστούν από τις μικρές δυνάμεις προκαλύψεως.

Το πρωί της 9ης Απρίλη γερμανικές μονάδες αρμάτων μάχης μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης υπογράφτηκε στη 1 το μεσημέρι από τον Διοικητή του Τμήματος Στρατιάς Μακεδονίας αντιστράτηγο Μπακόπουλο και από το γερμανό Διοικητή της Μεραρχίας Αρμάτων. Ακλούθησε διαταγή στις δυνάμεις που ήταν ανατολικά του Αξιού να καταθέσουν τα όπλα. Μέχρι το απόγευμα είχαν σταματήσει οι εχθροπραξίες σε όλο το Μέτωπο του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας.


Στις 16 Απρίλη ο υπαρχηγός του Επιτελείου του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου συνταγματάρχης Θ. Γρηγορόπουλος παρουσιάστηκε στον Αρχιστράτηγο Παπάγο και του έδωσε έκθεση και άλλα έγγραφα. Ο Παπάγος είπε ότι «αποτελεί ζήτημα τιμής να μην εγκαταλειφθούν οι Βρετανοί Σύμμαχοι υπό των Ελλήνων, εφόσον μάχονται επί ελληνικού εδάφους.

Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στα ανάκτορα Τατοΐου υπό την προεδρία του βασιλιά. Πήραν μέρος ο βρετανός πρέσβης, ο στρατηγός Ουίλσον, ο στρατηγός της αεροπορίας Ντ` Αλμπιάκ, ο ναύαρχος Τερλ, ο Αλ. Παπάγος, ο στρατηγός Χέιγουντ και ο συνταγματάρχης Κιτριλάκης. Ο έλληνας Αρχιστράτηγος εξέθεσε τη τραγική κατάσταση της Στρατιάς Ηπείρου. Οι Βρετανοί είπαν ότι θα μπορούσαν να κρατήσουν τις Θερμοπύλες ως τις 6 Μάη, εφ` όσον τα ελληνικά στρατεύματα της Ηπείρου συνεχίσουν τον αγώνα. Η σύσκεψη έληξε χωρίς να ληφθεί κάποια απόφαση, ήταν όμως προφανές ότι οι Βρετανοί προετοίμαζαν το έδαφος για να ρίξουν τις ευθύνες στην ελληνική πλευρά.


Το μεσημέρι της ίδιας μέρας συνήλθε το Υπουργικό Συμβούλιο με την παρουσία του βασιλιά. Ο υφυπουργός Στρατιωτικών Ν. Παπαδήμας ανακοίνωσε τηλεγράφημα του διοικητού του Β` Σώματος υποστράτηγου Γ. Μπάκου που μεταξύ άλλων σημείωνε: «(...) Εξορκίζω Υμάς, εν ονόματι του Θεού, λάβετε άμεσον απόφασιν ίνα μη θρηνήσωμεν ερείπια άνευ προηγουμένου (...)». Οι συζητήσεις στο Υπουργικό Συμβούλιο δεν κατέληξαν πουθενά. Οι περισσότεροι υπουργοί εξέφρασαν την άποψη ότι η άμυνα πρέπει να συνεχιστεί. Ο υφυπουργός έκρινε πως μόνη διέξοδος είναι η αποχώρηση του βασιλιά και της κυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός μετά Αλ. Κοριζής μετά το τέλος της συνεδρίασης πρότεινε στο βασιλιά να αναθέσει την κυβέρνηση σε άλλα πρόσωπα, περισσότερο δυναμικά. Ο Γεώργιος δήλωσε ότι θα το δεχτεί. Ακολούθησε συνεργασία του βασιλιά με τον πρωθυπουργό και τον υφυπουργό Δημόσιας Ασφάλειας, στην οποία παραβρέθηκε και ο διάδοχος Παύλος. Λίγο αργότερα έμεινα μόνοι ο βασιλιάς και ο πρωθυπουργός. Κανείς δεν γνωρίζει τι ειπώθηκε μεταξύ τους.

Ο Κοριζής βγήκε από το ιδιαίτερο γραφείο του βασιλιά χλωμός. Χωρίς να πει λέξη σε κανένα πήρε το παλτό και το καπέλο του κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία» μπήκε στο αυτοκίνητό του πήγε στο σπίτι του, κλειδώθηκε στη κάμαρα του και αυτοκτόνησε με δύο σφαίρες στη καρδία.

Αμέσως μετά την βιαστική αναχώρηση του πρωθυπουργού ο βασιλιάς φώναξε τον Διάκο και κάτι του είπε στο αυτί. Αυτός πήγε τρέχοντας στο σπίτι του Κοριζή, όπου έφτασε την στιγμή που ακούστηκαν οι πυροβολισμοί της αυτοκτονίας του. Επέστρεψε στο ξενοδοχείο όπου είπε την είδης στους παριστάμενους υπουργούς. Ο βασιλιάς φανερά ταραγμένος είπε απαντώντας σε ερωτήσεις των υπουργών πως δεν είπε τίποτα που θα έπρεπε να κακοφανεί στον Κοριζή. Ξαφνικά αυτός σηκώθηκε, του φίλησε το χέρι και είπε ότι θα πάει στο σπίτι του για υπόθεσή του.

Στις 6.30 το απόγευμα της 18ης Απρίλη ο βασιλιάς έδωσε στον υπουργό Διοικήσεως Πρωτευούσης Κώστα Κοτζία την εντολή να σχηματίσει κυβέρνηση. Αυτός κατέθεσε την εντολή τις πρωινές ώρες της επομένης. Ακολούθως εκλήθησαν αλληλοδιαδόχως οι Θ. Μανέτας, Στ. Γονατάς και Α. Μαζαράκης. Ο τελευταίος προς στιγμή δέχτηκε την εντολή και άρχισε να ψάχνει για υπουργούς. Δέχτηκαν ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Κ. Βαρβαρέσσος, ο τέως πρέσβης στη Ρώμη Ι. Πολίτης, ο Θ. Μανέτας με τον όρο να μην συμμετέχει στη κυβέρνηση ο Μανιαδάκης, για τον οποίο όμως επέμενε ο βασιλιάς με την προτροπή όπως έλεγε των Άγγλων. Επίσης δέχτηκαν ο Δ. Μπότσαρης και ο Παπαφράγκος. Ο Μαζαράκης υπέδειξε στον βασιλιά να καλέσει και να ζητήσει την γνώμη πολιτικών προσώπων όπως του Καφαντάρη, του Παπαναστασίου, του Γονατά και άλλων. Ο βασιλιάς χωρίς να φέρει βασικές αντιρρήσεις δεν το έκανε με το πρόσχημα πως εκείνη την ώρα προέχει να καταρτιστεί κυβέρνηση. Οι υποψήφιου υπουργοί αποφασίστηκε να συνέλθουν την επόμενη 20 Απρίλη, Κυριακή του Πάσχα για να πάρουν τελικές αποφάσεις. Οι πέντε προαναφερόμενοι όντως συναντήθηκαν την επομένη μέρα. Τότε ο Θ. Μανέτας έθεσε το θέμα αν με δεδομένη την απελπιστική κατάσταση και την αδυναμία τόσο της Ελλάδας, όσο και των Άγγλων να την βελτιώσουν, υπήρχε λόγος συγκρότησης κυβέρνησης. Αυτή την άποψη δέχτηκε και ο Βαρβαρέσσος και στη συνέχεια οι υπόλοιποι. Όταν δε ήρθε ο βασιλιάς του ανακοίνωσαν τις σκέψεις τους.

Μετά την εξέλιξη αυτή ο βασιλιάς αναλαμβάνει ο ίδιος την πρωθυπουργία με αντιπρόεδρο και υπουργό Ναυτικών τον ναύαρχο Α. Σακελαρίου και υπουργό Οικονομικών τον και Εξωτερικών τον Εμμανουήλ Τσουδερό. Την άλλη μέρα η πρωθυπουργία ανατίθεται στον Τσουδερό και αυτός είναι ο τελευταίος πρωθυπουργός της ελεύθερης ακόμα Ελλάδας. Στις 22 Απρίλη ο βασιλιάς και η κυβέρνηση σου θα αναχωρήσουν για τη Κρήτη. Στην Αθήνα παρέμεινε ο Α. Σακελαρίου για την τήρηση της τάξης.

Σχετικά με την πρωθυπουργοποίησή του ο Τσουδερός θα πει αργότερα στον βιογράφο του Ηλ. Βενέζη: «Ένα μήνα περίπου πριν είχα παρακληθεί από τον Κωνσταντίνον Μελάν να παραστώ εις πνευματιστικήν συνεδρίαν, κατά την οποίαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα μου ωμιλούσε από το Υπερπέραν. Έλαβα μέρος εις την συνεδρίασιν, εις την οποίαν παρίστατο, πλην του Κ. Μελά και ένας καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου και η μεσάζουσα Δώρα Κασσιανίδου. Επεκοινώνουν με την μέθοδο της planchette. Μετά την κεκανονισμένην προσευχήν, που γίνεται στην αρχή της συνεδριάσεως, η οδηγός εκάλεσε τον Ελευθέριον Βενιζέλον, ο οποίος ήλθε και μου προανήγγειλε ότι λίαν προσεχώς, ύστερα από εθνικάς συμφοράς που προσεγγίζουν, θα εκαλούμην εις την Αρχήν και με συνεβούλευσε να μη διστάσω να αναλάβω. Μου έδιδε την υπόσχεσιν ότι θα με εβοήθει εις το δύσκολον αυτό έργον μου. Επηκολούθησε, εις τας επομένας ημέρας, και δεύτερη και τρίτη επικοινωνία, κατά τας οποίας, πλην του Ελευθερίου Βενιζέλου, προσήλθαν ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ο πατήρ μου και άλλοι, οι οποίοι με συνεβούλευσαν όπως και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο πατήρ μου και ο Ελευθέριος Βενιζέλος επροχώρησαν να μου είπουν (ακριβέστερον να γράψουν), επί ερωτήσει μου, το τι έπρεπε να είπω προς τον λαόν, όταν θ` ανελάμβανα Κυβερνήτης. Περί των συνεδριάσεων αυτών υπάρχουν πρακτικά. Αυτά με παρεκίνησαν να καθίσω και να ετοιμάσω τον λόγον, τον οποίον εξεφώνησα αργότερα, μόλις ανέλαβα την πρωθυπουργίαν. Δεν δυσκολεύομαι να ομολογήσω ότι εις αυτόν το λόγον έχω παρμένα αρκετά από τα υπαγορευθέντα υπό των Υπερπέραν. Έτσι εξηγείται πως ήμουν έτοιμος να ομιλήσω εντός ολίγων ωρών, αφότου ανελάμβανα Πρόεδρος της Κυβερνήσεως».

Στο μεταξύ και ενώ ο βασιλιάς και η κυβέρνηση ετοιμάζονται να αναχωρήσουν για την Κρήτη, ο βρετανός πρέσβης Πάλαιρετ αξίωσε να υποχρεωθεί ο γερμανός πρέσβης και το προσωπικό της Γερμανικής Πρεσβείας, εν ανάγκη με τη βία, να ακολουθήσουν την κυβέρνηση στη Κρήτη. Να σημειωθεί ότι ο γερμανός πρέσβης και το προσωπικό της Πρεσβείας έπρεπε, κατά την διεθνή νομιμότητα, με την κήρυξη του πολέμου να είχε εγκαταλείψει την Αθήνα, όπως εξάλλου συνέβη και με τον έλληνα πρέσβη στο Βερολίνο. Εν τούτοις, διαρκούσης της γερμανικής εισβολής, ο πρέσβης παρέμενε στη Πρεσβεία, η οποία είχε μετατραπεί σε καταφύγιο γερμανών κατασκόπων. Ο γερμανός διπλωμάτης στην αρχή δεν έφερε αντίρρηση να ακολουθήσει την ελληνική κυβέρνηση. Στη συνέχεια όμως είπε πως αυτό θα το έκανε μόνο με την βία. Τότε οι έλληνες διπλωματικοί, εκτός εκείνων που επρόκειτο να φύγουν στο εξωτερικό, απείλησαν ότι αν ληφθεί οποιοδήποτε πιεστικό μέτρο κατά του γερμανού πρέσβη, θα παρητούντο ομαδικά. Ο βασιλιάς κάλεσε τον βρετανό πρέσβη και παρουσία του Τσουδερού του ανέλυσε την κατάσταση και του ζήτησε να δείξει κατανόηση...

Στις 20 Απρίλη ο διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου και οι διοικητές του Α` Σώματος αντιστράτηγος Παναγιώτης Δεμέστιχας και του Β`Σώματος αντιστράτηγος Γεώργιος Μπάκος, σε συνεργασία με τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, αποφάσισαν να συνθηκολογήσουν με τους γερμανούς. Ο Παπάγος σε τηλεγράφημά του προς το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου κατήγγειλε την πρωτοβουλία του Τσολάκογλου σαν αντίθεση προς τα συμφέροντα της πατρίδας διέταξε την αντικατάσταση του και αγώνα «μέχρι εσχάτου ορίου δυνατοτήτων. Εν τούτοις το πρωτόκολλα της παράδοσης θα υπογραφεί στη Λάρισα στις 21 Απρίλη από τους Τσολάκογλου σαν διοικητή της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας και τον αρχηγό των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, στρατηγό Γκρέιτζεμπετγκ. Ο Τσολάκογλου αποδέχτηκε και την άνευ όρων παράδοση των ελληνικών δυνάμεων Ηπείρου στους Ιταλούς. Στις 23 Απρίλη υπογράφτηκε στη Θεσσαλονίκη και τρίτο πρωτόκολλο ,από τον γερμανό στρατάρχη Γιόντλ, τον ιταλό στρατηγό Φερρέρο και τον Τσολάκογλου. Αποτέλεσμα του τρίτου αυτού πρωτοκόλλου ήταν η συνθηκολόγηση των νικητών Ελλήνων στους ηττημένους Ιταλούς, που στις επόμενες μέρες θα αποκτήσουν πλήρη κυριαρχία στα Ιόνια νησιά. Με την πάροδο του χρόνου θα αντικαταστήσουν τους αποχωρούντες Γερμανούς, ενώ οι Βούλγαροι θα καταλάβουν την Μακεδονία και τη Θράκη.


28 Οκτωβρίου 1940 - Χρονικό:Kατάληψη των Αθηνών και η μάχη της Κρήτης

Τη νύχτα της 22ας Απρίλη θα φύγουν οικογενειακώς με το αντιτορπιλικό «Βασίλισσα Όλγα» τα μέλη της κυβέρνησης, εκτός από τους Σακελλαρίου και Μανιαδάκη. Επίσης θα αναχωρήσουν οι διοικητής και υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Βαρβαρέσσος και Μαντζαβίνος.


Στις 5.30 το πρωί της 23ης Απρίλη ο βασιλιάς, ο πρωθυπουργός και ο βρετανός πρέσβης θα αναχωρήσουν από τον Σκαραμαγκά με υδροπλάνο. Μιάμιση ώρα αργότερα θα φτάσουν στη Σούδα της Κρήτης. Πριν την αποχώρησή τους σε σύσκεψη είχε αποφασιστεί ότι με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, οι ανώτεροι αξιωματικοί θα απεσύροντο από τα γραφεία τους, ώστε οι κατακτητές να μην βρουν καμία αρμόδια στρατιωτική υπηρεσία να υπογράψει τις πράξεις στρατιωτικής παράδοσης.

Στις 21 Απρίλη ο Ουέιβελ θα υποδείξει τηλεγραφικώς «την άμεση αποχώρηση όλων των βρετανικών στρατευμάτων από την Ελλάδα, ή όσων μπορούν να φύγουν». Τη νύχτα της 24ης προς 25 Απρίλη θα εγκαταλειφθεί η γραμμή του Αλιάκμονα και 17.000 άνδρες θα διαφύγουν. Την επομένη θα εγκαταλειφθεί η γραμμή των Θερμοπυλών. 18.000 άνδρες κάτω από αδιάκοπο βομβαρδισμό των γερμανών θα διαφύγουν με 650 νεκρούς. Η επιβίβαση των ανδρών του Εκστρατευτικού Σώματος έγινε από τη Ραφήνα, το Πόρτο Ράφτη, τα Μέγαρα, τους Άγιους Θεοδώρους, το Ναύπλιο, τη Μονεμβασία και την Καλαμάτα. Από τους 65.000 άνδρες που είχαν αποβιβαστεί στην Ελλάδα, 3.000 χάθηκαν στις μάχες, 9.000 αιχμαλωτίστηκαν ή θεωρήθηκαν αγνοούμενοι, 27.000 περίπου θα αποβιβαστούν στη Κρήτη και οι υπόλοιποι στην Αίγυπτο. 8.000 οχήματα του Εκστρατευτικού Σώματος θα καταστραφούν κατά την αποχώρηση. Η Βρετανική Αεροπορία έχασε 210 αεροπλάνα.


Ενδιαφέρον έχει η εκτίμηση που υπάρχει στην Επίσημη Στρατιωτική Ιστορία των Αυστραλών, όπου αναφέρεται η άποψη πως η άφιξη του Εκστρατευτικού Σώματος στην Ελλάδα έγινε για να μην εμφανιστεί η Μεγάλη Βρετανία ότι δεν τηρεί τον λόγο της. Δηλαδή κυριάρχησε η πολιτική σκοπιμότητα και όχι η εκτίμηση των πραγματικών στρατιωτικών δυνατοτήτων. Η βρετανική ηγεσία, όπως είχε πλέον διαμορφωθεί η πραγματικότητα επικείμενης της γερμανικής εισβολής, ήταν τόσο βέβαιη για την ανάγκη αποχώρησης των δυνάμεων που είχαν σταλεί στην Ελλάδα, ώστε ήταν προετοιμασμένη για το σχέδιο εκκένωσης. Γι` αυτό άλλωστε παρά τις ραγδαίες εξελίξεις, η αποχώρηση προς την Κρήτη ή την Αίγυπτο επιτεύχθηκε με τις το δυνατόν λιγότερες απώλειες και με ταχύ ρυθμό.

Οι βρετανικές δυνάμεις δεν στάλθηκαν στην Ελλάδα για να πολεμήσουν και να νικήσουν. Ήρθαν για να στηρίξουν το βρετανικό γόητρο Και να υποχωρήσουν. Οι Ελληνικές δυνάμεις ανέλαβαν την υποχρέωση να διευκολύνουν την αποχώρηση των κακώς αποβιβασθέντων Συμμάχων που με την πράξη τους έδωσαν στους Γερμανούς το πρόσχημα να εισβάλλουν. Ο βασιλιάς αποδέχτηκε την αποστολή ενός μικρού εκστρατευτικού σώματος η παρουσία του οποίου ουδόλως ωφέλησε την άμυνα, χωρίς μάλιστα να πάρει υπόψιν του τις σοβαρές ενστάσεις του Παπάγου. Ο αρχιστράτηγος σε μια από τις καθημερινές τους συναντήσεις θα παρατηρήσει στον Γεώργιο ότι σκέπτεται περισσότερο σαν Άγγλος.

Στις 24 Απρίλη συγκροτήθηκε επιτροπή από τον Φρούραρχο Αθηνών υποστράτηγο Χρήστο Καβράκο, τον νομάρχη αντιναύαρχο Πετζόπουλο, τον δήμαρχο Αμβρόσιο Πλυτά και τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Κανελλόπουλο, σαν διερμηνέα, για την παράδοση της Αθήνας στους Γερμανούς. Στις 25 Απρίλη φτάνουν στη πρωτεύουσα οι Τσολάκογλου, Μπάκος, Μάρκου, Μουτούσης και Βραχνός.

Το πρωί της 27ης Απρίλη στη συμβολή των λεωφόρων Βασιλίσσης Σοφίας και Αλεξάνδρας η συγκτοτηθείσα επιτροπή περιμένει τους Γερμανούς. Οι πρώτοι που κάνουν την εμφάνισή τους είναι ένα τάγμα μοτοσικλετιστών με επικεφαλής τον συνταγματάρχη φον Σέιβεν. Η Επιτροπή μετά από σύντομη προσφώνηση, παραδίδει την πόλη. Οι μοτοσικλετιστές στη συνέχεια κινήθηκαν προς το έρημο κέντρο των Αθηνών.

Από τη πλατεία Συντάγματος κατευθύνονται προς την Ακρόπολη. Εκεί ο έλληνας φρουρός της σημαίας για να μην την παραδώσει τυλίγεται με αυτήν και πέφτει στο κενό. Στην κορφή του Ιερού Βράχου, στη θέση Καλλιθέα, ο επικεφαλής του γερμανικού αποσπάσματος υψώνει την Σβάστικα. Ο ίλαρχος Γιακόμπι του 1ου Συντάγματος του Βρανδεμβούργου και ο υπολοχαγός Ελσιντς της VI Ορεινής Μεραρχίας, αναγγέλλουν τηλεγραφικά στον Χίτλερ το γεγονός: «Φύρερ ,ας, στις 27 Απριλίου και ώρα 8.10 πρωινή εφθάσαμε στην Αθήνα ως πρώτα γερμανικά στρατεύματα. Την 8.45 υψώσαμε τη γερμανική σημαία επί της Ακροπόλεως και του Δημαρχείου. Heil Mein Fuhrer.

Το πρωί της 30 Απρίλη ορκίζεται η πρώτη δοσίλογη κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου. Την ίδια μέρα τα τελευταία τμήματα του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος είχαν αποχωρήσει ή αιχμαλωτιστεί.

Το βρετανικό ενδιαφέρον για την Κρήτη γίνεται ιδιαίτερα έντονο κυρίως μετά την διάνοιξη της Διώρυγα του Σουέζ. Αν δεν συνέβαινε ο πρώτος Βαλκανικό Πόλεμος στα κέρδη του οποίου για την Ελλάδα ήταν μεταξύ άλλων και η ένωση της Κρήτης δεν αποκλείεται το νησί να είχε περιπέτειες ανάλογες με αυτές της Κύπρου. Μετά τον Β` Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι Αμερικάνοι θα εμφανιστούν στη Μεσόγειο, το κύριο ενδιαφέρον του ΝΑΤΟ θα στραφεί προς την Κρήτη. Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να ειπωθεί πως το ενδιαφέρον που είχε εκδηλωθεί για τα Δαρδανέλια τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου, μετά τον Β` Παγκόσμιο Πόλεμο μετατοπίζεται προς την Κρήτη και την Κύπρο.

Σύμφωνα με όσα έγινα γνωστά μεταπολεμικά από γερμανικές πηγές ο Χίτλερ πριν ακόμα η Ιταλία επιτεθεί στην Ελλάδα είχε την γνώμη πως η κατάληψη της Κρήτης θα εξασφάλιζε μια ταχεία γερμανική επιτυχία στην Ανατολική Μεσόγειο. Επίσης, πίστευε ότι η επίθεση στο νησί έπρεπε να γίνει με απόβαση από τον αέρα. Ακόμα όμως και μετά την Ιταλική επίθεση δεν σταμάτησε να έχει τα δικά του σχέδια. Στις 12 Νοέμβρη 1940 καθόριζε ότι τα γερμανικά στρατεύματα που θα καταλάμβαναν την ηπειρωτική Ελλάδα έπρεπε να στηρίξουν την χρησιμοποίηση των γερμανικών εναέριων δυνάμεων εναντίον στόχων στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις 13 Δεκέμβρη με άκρως απόρρητη διαταγή γενικών κατευθύνσεων όριζε ότι αποστολή της αεροπορίας θα είναι να ενισχύσει την επίθεση του Στρατού σε όλες τις φάσεις της και, εφ` όσον είναι δυνατόν, να καταλάβει βρετανικά στηρίγματα στα ελληνικά νησιά με απόβαση από τον αέρα.

Στις 23 Απρίλη, μετά την άφιξή του στη Σούδα ο βασιλιάς εγκαταστάθηκε στο Μέγαρο Εβανς της Κνωσού. Τις επόμενες μέρες θα μετακομίσει στην έπαυλη Μάνου στη Πελεκαπίνα και αργότερα στην εξοχική κατοικία του Καπετάν Βολάνη, έξω από τα Χανιά, για λόγους ασφαλείας.


Ο διάδοχος και τα άλλα μέλη της βασιλικής οικογένειας που ειχαν φτάσει στο νησί την προηγούμενη μέρα εγκαταστάθηκαν στη Νεάπολη. Η γερμανίδα στην καταγωγή και πρώην μέλος της Χιτλερικής νεολαίας, πριγκίπισσα Φρειδερίκη, πριν ακόμα αναχωρήσει από την Αθήνα είχε διατυπώσει την άποψη ότι αυτή και ο σύζυγός της έπρεπε να παραμείνουν στην Ελλάδα. Στην ίδια άποψη επανήλθε όταν η βασιλική οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Κρήτη και υπέδειξε στον Παύλο να μιλήσει στον Γεώργιο. Ο βασιλιάς απέρριψε την πρόταση της Φρειδερίκης λέγοντας πως παραμονή μέλους της βασιλικής οικογένειας στην Ελλάδα, και μάλιστα των διαδόχων του θρόνου, θα το εκμεταλλευόντουσαν οι δυνάμεις Κατοχής.

Το Μάρτη του 1941 αποβιβάστηκαν στο Ρέθυμνο 900 άνδρες της Σχολής Οπλιτών Βασιλικής Χωροφυλακής. Λίγο πριν αρχίσει η μάχη συνολικά στο νησί από ελληνικής πλευράς βρισκόντουσαν 11.500 άνδρες: Δύο τάγματα εφέδρων και οκτώ τάγματα νεοσύλλεκτων που μεταφέρθηκαν από την Πελοπόννησο, οι τρεις λόχοι της Χωροφυλακής, 500 νεαροί δόκιμοι της σχολής Ικάρων και η Α` Τάξη της Σχολής Ευελπίδων.

Οι 300 αυτοί Ευέλπιδες είχαν φτάσει στην Κρήτη στις 29 Απρίλη. Πέντε μέρες νωρίτερα είχαν αυτοβούλως φύγει από την Αθήνα, παρά τις προσπάθειες του Φρούραρχου της πρωτεύουσας, Χρ. Καβράκου, να τους μεταπείσει. Εισαχθέντες στη Σχολή τρεις περίπου μήνες πριν την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, πήραν μερικές μέρες μετά φύλλα αορίστου αδείας, ενώ οι Ευέλπιδες της Β` και Γ` τάξης ονομάστηκαν ανθυπολοχαγοί και αναχώρησαν για το Μέτωπο. Στις 24 Νοέμβρη οι πρωτοετείς ανακλήθηκαν στη Σχολή για να εκπαιδευτούν εντατικά, ώστε μετά έξη μήνες να είναι ικανοί διμοιρίτες. Όταν στις 6 Απρίλη οι Γερμανοί κήρυξαν τον πόλεμο στην Ελλάδα οι εκπαιδευόμενοι Ευέλπιδες δήλωσαν την επιθυμία τους να πολεμήσουν, αλλά οι ραγδαίες εξελίξεις των γεγονότων δεν τους επέτρεψαν να πραγματοποιήσουν την επιθυμία τους. Όταν ο βασιλιάς αναχώρησε για την Κρήτη, οι 300 Ευέλπιδες ζήτησαν να μεταφερθούν στο νησί. Η Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών εξέδωσε διαταγή προς τη Σχολή με την οποία της ανέθετε αστυνομικά καθήκοντα στην Αθήνα. Οι Ευέλπιδες αντέδρασαν και αποφάσισαν να φύγουν αμέσως για την Κρήτη. Μαζί με τους αξιωματικούς της Σχολής έφτασαν μέσω Νεμέας, Τριπόλεως και Σπάρτης στο Γύθειο, από όπου με δύο μικρά πλοία και ενώ επικρατούσε σφοδρή θαλασσοταραχή αναχώρησαν για τα Κύθηρα και από εκεί για την Κρήτη. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 29ης Απρίλη αποβιβάστηκαν στη Μονή Οδηγήτριας Κυρίας κοντά στο Κολυμπάρι. Στρατοπέδευσαν στον ελαιώνα της Μονής κοντά στο αεροδρόμιο του Μάλεμε που θα ήταν ο κύριος στόχος της επικείμενης γερμανικής επίθεσης.

Στην Κρήτη από τον Μάρτη του 1941 βρισκόντουσαν 6.000 βρετανοί στρατιώτες υπό τον στρατηγό Γουέστον, διοικητή της Φρουράς Κρήτης. Αυτή είναι η μοναδική στρατιωτική δύναμη που θα υπάρχει στο νησί όταν θα φτάσουν εκεί ο βασιλιάς και ο πρωθυπουργός στις 23 Απρίλη. Ο Τσουδερός θα διαπιστώσει ότι οι ακτές ήταν χωρίς οχύρωση, το πυροβολικό ελάχιστο, με τέσσερα άρματα μάχης και καμιά δεκαριά ακόμα μικρότερα άρματα. Η αεροπορική άμυνα ικανοποιητική στη Σούδα, ήταν υποτυπώδης στο Ηράκλειο και το Ρέθυμνο. Τα καταδιωκτικά αεροπλάνα στα αεροδρόμια του Ηρακλείου και του Μάλεμε ελάχιστα. Μεταξύ 25 και 30 Απρίλη θα φτάσουν στην Κρήτη καταπονημένοι 21.000 άνδρες του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, κυρίως Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί. Κατά τη διάρκεια της μάχης θα αποβιβαστούν ακόμα 5.000 βρετανοί στρατιώτες.


Συνολικά στο νησί υπήρχαν: 30.000 περίπου βρετανοί και 12.000 έλληνες στρατιώτες, 15.000 ιταλοί αιχμάλωτοι, ενώ ο αστικός πληθυσμός πλησίαζε τις 400.000. Από τις στρατιωτικές δυνάμεις που ήταν παρούσες μόνο η 14η Ταξιαρχία δεν είχε πολεμήσει στην Ελλάδα και μόνο αυτή διατηρούσε ολόκληρο το υλικό της. Από τις άλλες βρετανικές δυνάμεις μόνο το πεζικό των Αυστραλών, των Νεοζηλανδών και των βρετανών μπορούσε να πάρει μέρος στη μάχη. Τα υπόλοιπα τμήματα ούτε οπλισμό είχαν, ούτε είχαν εκπαιδευτεί σε τακτική πεζικού. 6.000 άντρες ήταν όχι μόνο άοπλοι, αλλά και αγύμναστοι. Αλλά και από τους 12 χιλιάδες έλληνες που τέθηκαν υπό τις διαταγές του Φράιμπεργκ, δεν ήταν όλοι εκπαιδευμένοι. Το μόνο ευχάριστο που εντυπωσίασε και επηρέασε το βρετανό στρατηγό ήταν η διάθεση των Κρητικών να πολεμήσουν έστω και άοπλοι. Λίγο πριν τη γερμανική επίθεση στάλθηκαν από την Αίγυπτο μικρές ενισχύσεις πυροβολητών και ταυτόχρονα μετακινήθηκαν δυνάμεις για τη φρούρηση των αεροδρομίων. Όταν όμως αρχίσουν οι γερμανικές επιθέσεις τα βρετανικά αεροπλάνα θα εξουδετερωθούν, αφού προηγουμένως καταρρίψουν 23 γερμανικά αεροσκάφη.

Ο πρωθυπουργός Εμμ. Τσουδερός υπέβαλε στον Βρετανό πρέσβη το αίτημα να επιτραπεί στην περίπτωση αναχώρησης της κυβέρνησης από την Κρήτη η εγκατάσταση της στην Κύπρο. Το αίτημα δεν έγινε δεκτό από τη Μεγάλη Βρετανία, που δεν ήθελε ελληνική κυβέρνηση στην Κύπρο. Ο βρετανός πρέσβης αντιπρότεινε στον Τσουδερό να ζητήσει από τους τούρκους να καταλάβουν τα νησιά του Αρχιπελάγους Λέσβο, Χίο, Σάμο, κ.λπ. για να προλάβουν του Γερμανούς. Ο βασιλιάς και ο Τσουδερός απέρριψαν το αίτημα και ο πρωθυπουργός υπέδειξε στους βρετανούς να καταλάβουν εκείνοι τα νησιά. Να σημειωθεί ότι ο Τσώρτσιλ από τον Νοέμβρη του 1940 είχε κάνει τη σκέψη να καταληφθεί από τους Άγγλους η Ρόδος, που τότε ήταν υπό Ιταλική κυριαρχία, και στη συνέχεια να παραχωρηθεί στη Τουρκία, ώστε να την παρασύρει στον πόλεμο υπέρ των Συμμάχων.



Στις 6.30 το πρωί της 20ης Μάη 1941 άρχισε η γερμανική επίθεση στη Κρήτη. 1.000 αλεξιπτωτιστές ειδικά γυμνασμένοι και με σύγχρονο οπλισμό ρίχτηκαν στη μάχη με στόχο την κατάληψη του Μάλεμε. Αλεξιπτωτιστές άρχισαν να πέφτουν στο Ρέθυμνο στις 4 το απόγευμα. Το Ηράκλειο βομβαρδιζόταν από το πρωί. Μέχρι το βράδυ 200 μεταγωγικά αεροπλάνα είχαν ρίξει 4 νέα τάγματα αλεξιπτωτιστών. Οι γερμανικές απώλειες είναι βαρύτατες. Ο αιφνιδιασμός που επιχειρήθηκε απέτυχε και από τους γερμανικούς στόχους της επίθεσης κανείς δεν επιτεύχθηκε. Ατυχώς όμως ο βρετανός διοικητής της «Κρέφορς» λόγω της διακοπής των επικοινωνιών με το Μάλεμε αγνοούσε την κατάσταση και δεν πήρε τις ορθές αποφάσεις συνέχισης του αγώνα. Δεν φανταζόταν πόσο κρίσιμη ήταν η κατάσταση στο Μάλεμε ώστε να επέμβει αμέσως. Η γερμανική διοίκηση αντιθέτως έδωσε διαταγές για περαιτέρω δράση.

Το πρωί της επόμενης μέρας και ενώ η μάχη συνεχιζόταν ο βασιλιάς και ο πρωθυπουργός αναχώρησαν για το νότο. Τη νύχτα της 22ας προς 23 Μάη από τον όρμο Αγία Ρούμελη ο βασιλιάς, ο πρωθυπουργός και η συνοδεία τους επιβιβάστηκαν στο βρετανικό αντιτορπιλικό Decory με προορισμό την Αλεξάνδρεια.



Στις 24 Μάη η κατάσταση έχει χειροτερέψει για τους υπερασπιστές της Κρήτης. Όλες οι πόλεις του νησιού βομβαρδίζονται συνεχώς. Την μέρα αυτή αναχωρούν και όσοι από τους υπουργούς ήταν ακόμα εκεί, εκτός από τον Σ. Δημητρακάκη που παρέμεινε ως το τέλος, μαζί με τον στρατηγό Φράιμπεργκ και τον αρχηγό του Επιτελείου του Ελληνικού Στρατού συνταγματάρχη Καραβίτη. Ως εκείνη την ώρα οι απώλειες των αμυνόμενων στον τομέα του Μάλεμε και της Σούδας ήταν 396 νεκροί, 1.118 τραυματίες, 178 αιχμάλωτοι. Στο Ρέθυμνο 500 νεκροί, 300 τραυματίες, 50 αιχμάλωτοι. Την ίδια χρονική περίοδο (20 έως 24 Μάη) οι γερμανικές απώλειες ήταν 3.340 νεκροί στρατιώτες. Συνολικά οι γερμανικές απώλειες έφτασαν τους 6.500 νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους. Κατερρίφθησαν 200 αεροπλάνα και συνετρίβησαν ή πυρπολήθηκαν στο έδαφος άλλα 150, μεταξύ των οποίων και πολλά ανεμόπτερα. Οι απώλειες του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος ανήλθαν στους 2.500 νεκρούς και τραυματίες και 11.500 αιχμαλώτους. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν 1.250 νεκρούς και τραυματίες και 5.000 αιχμαλώτους. Στις ελληνικές απώλειες να προστεθούν και 3.000 νεκροί από τον κατοίκους του νησιού.



Στις 26 Μάη ο στρατηγός Φράιμπεργκ αποφασίζει την αποχώρηση των στρατευμάτων του από το νησί. Την ίδια μέρα ο Τσώρτσιλ ανακοινώνει στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι η μάχη της Κρήτης έχει χαθεί. Η εκκένωση άρχισε στις 27 Μάη. Στις 3 το πρωί της 29ης Μάη 1941 η πρώτη νηοπομπή με την οποία αποχωρούσαν τα βρετανικά τμήματα του τομέα Ηρακλείου απέπλευσε για την Αφρική. Τη νύχτα της 29ης Μάη έφυγαν 7.000 άνδρες. Η τελευταία νηοπομπή απέπλευσε στις 31 Μάη. Ο Φράιμπεργκ αναχώρησε με υδροπλάνο για την Αίγυπτο τελευταίος αφήνοντας πίσω του περίπου 9.000 περίπου άνδρες του Εκστρατευτικού Σώματος, τραυματίες που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν και τα ελληνικά τάγματα.

Στις 30 Μάη ο υποστράτηγος Λιναρδάτος μετέβη στα γραφεία του 43ου Συντάγματος Πεζικού για να συναντήσει τον διοικητή των γερμανικών δυνάμεων και να υπογράψει την ανακωχή.

Στις 31 Μάη 1941 ολόκληρη η Ελλάδα, ηπειρωτική και νησιωτική ήταν υπό κατοχή. Το έπος της Εθνικής Αντίστασης για την απελευθέρωσή της άρχιζε...


*από KyR-X , adslgr.com











Followers

Υποστηρίξτε την προσπάθεια μας με μια μικρή δωρεά. Κάθε δωρεά είναι σημαντική γιατί μας βοηθάει να κρατήσουμε ανοικτό το blog και να βελτιώνουμε τις υπηρεσίες μας. Αν θέλετε να μας βοηθήσετε κάνετε κλικ στο κουμπί Donate.

Επισκευές Ηλεκτρικών Συσκευών - Θεσσαλονίκη

 
Design by Free Wordpress Themes | Bloggerized by Free Blogger Templates | Web Hosting Deals